Skip to main content

20 Ιουνίου 1958: Έκρηξη βόμβας-νάρκης στο Κούρδαλι.




Τέσσερις αγωνιστές προσφέρουν τη σάρκα και το αίμα τους στο δισκοπότηρο της Ιστορίας. Μια έκρηξη συγκλονίζει το χωριό. Το σπίτι του αγωνιστή Ανδρέα Πατσαλίδη ανατινάχθηκε απó την έκρηξη ενώ ο ίδιος και οι συναγωνιστές του Κώστας Αναξαγόρα, Παναγιώτης Γεωργιάδης και Αλέκος Κωνσταντίνου, κομματιάστηκαν και οι σάρκες τους εκτινάχθηκαν μέχρι τα γειτονικά περιβόλια. Στο μοιραίο σπίτι έφερε την ομάδα εκείνη την ημέρα το χρέος προς την πατρίδα, την οποία και οι τέσσερις είχαν ως "τιμιώτερον και αγιώτερον" παντός άλλου.

Η έκρηξη έγινε κάτω από άγνωστες συνθήκες και σημειώθηκε στη διάρκεια εκπαίδευσης στη χρήση των επιτόπια κατασκευασμένων βομβών. Ευτυχώς η σύζυγος του Πατσαλίδη που, κρατώντας τη μικρή κόρη τους Μαρία, όπου είχε καθίσει έξω από το δωμάτιο, όπου βρίσκονταν οι τέσσερις, μετακινήθηκε για να μην ακούει τη συνομιλία τους, κάτι που οι κανόνες του Αγώνα υπαγόρευαν, και το γεγονός αυτό έσωσε και την ίδια και το παιδί.

Η νάρκη εξερράγη καθώς οι τέσσερις αγωνιστές την επεξεργάζονταν υπό την καθοδήγηση του Παναγιώτη Γεωργιάδη και την προόριζαν για ενέδρα εναντίον των άγγλων δυναστών.



Κώστας Αναξαγόρου
Ο Κώστας Αναξαγόρου είναι ένας από τους ήρωες που θυσιάστηκαν στον απελευθερωτικό αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α 1955-59.

Γεννήθηκε στο χωριό Σπήλια της επαρχίας Λευκωσίας, στις 20 Ιουνίου 1935. Γονείς του ήταν ο Αναξαγόρας και η Μηνοδώρα Λουκά και είχε άλλα 10 αδέλφια. Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Σπηλιών και εργαζόταν ως οδηγός στο μεταλλείο Αμιάντου.

Ήταν από τους πρώτους που εντάχθηκαν στην Ε.Ο.Κ.Α, το Δεκέμβριο του 1955, μετά από μία μάχη στα Σπήλια. Αποτελούσε σύνδεσμο των ομάδων της Ε.Ο.Κ.Α. που δρούσαν στα χωριά Σπήλια-Πολύστυπος, τα οποία ήταν κέντρα κατασκευής ναρκών και χειροβομβίδων. Επίσης διατηρούσε κρύπτες για την απόκρυψη του υλικού αυτού αλλά και γενικά οπλισμού της οργάνωσης και συμμετείχε σε πολλές ενέδρες και αποστολές της οργάνωσης.

Στις 20 Ιουνίου 1958, σκοτώθηκε στο χωριό Κούρδαλι, μαζί με τους συναγωνιστές του Ανδρέα Πατσαλίδη, Αλέκο Κωνσταντίνου και Παναγιώτη Γεωργιάδη, από έκρηξη βόμβας επιτόπιας κατασκευής.

Ο Κώστας ξεχώριζε για τον πατριωτισμό του και το αγωνιστικό του πνεύμα, κάτι που βέβαια χαρακτήριζε όλη την οικογένειά του, γεγονός που αντιλαμβανόμαστε από τα λογία του πατέρα του μόλις έμαθε για το θάνατό του: «Έχασα τον πρώτο. Έχω αμέσως άλλον, έτοιμο να πάρει τη θέση του στον αγώνα».


Παναγιώτης Γεωργιάδης
Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1929, στο χωριό Λειβάδια. Γονείς του ήταν οι Αχιλλέας Ξιναρής και Ευγενιά Χατζηγεωργίου και είχε άλλα 2 αδέλφια. Τελείωσε στο δημοτικό σχολείο Λειβαδιών και μετά εργαζόταν ως υπάλληλος σε ιδιωτική επιχείρηση στη Λευκωσία.

Ο Παναγιώτης ήταν μέλος της ΟΧΕΝ, απ’ όπου εντάχθηκε στον Αγώνα το 1954. Με την έναρξη του Αγώνα υπηρέτησε ως σύνδεσμος του Διγενή με τον Εθνάρχη Μακάριο με το ψευδώνυμο Ίκαρος. Μαζί με τον συναγωνιστή του, ήταν βοηθός υπεύθυνος για τη φύλαξη και τη διανομή του οπλισμού στην περιοχή Λευκωσίας. Μετέφερε και απέκρυβε καταζητούμενα πρόσωπα και συνεργαζόμενος στενά με τα αδέλφια του, που διέθεταν κρησφύγετο στο σπίτι τους στα Λειβάδια.

Τον Οκτώβριο του 1956 καταζητήθηκε από τους Άγγλους και κατέφυγε στα βουνά ως αντάρτης. Ενώθηκε με την ομάδα του Στυλιανού Λένα, που ήταν υπεύθυνος του νότιου τμήματος του τομέα Αυξεντίου στην Πιτσιλιά. Ήταν υπεύθυνος για την κατασκευή χειροβομβίδων και ναρκών στα χωριά Κάτω και Πάνω Αμίαντος, όπου ο Λένας είχε μεταφέρει τα εργαστήριά του και ανέπτυξε πολύπλευρη δράση. Οι επιθέσεις της ομάδας τους ήταν τόσο συχνές, που ο Διγενής τους συμβούλευσε να τις αραιώσουν.

Μετά τη σύλληψη του Στυλιανού Λένα και το θάνατο του Δημητράκη Χριστοδούλου, στις 17 Φεβρουαρίου 1957, ο Παναγιώτης Γεωργιάδης κατέφυγε στη Λεμεσό με τον Ευαγόρα Παπαχριστοφόρου και το Μιχαήλ Ασσιώτη. Από τη Λεμεσό επανήλθε στο χωριό του στα μέσα Νοεμβρίου 1957 και ασχολήθηκε με την αναδιοργάνωση της περιοχής, όπου είχαν γίνει πολλές συλλήψεις.

Στις 20 Ιουνίου 1958, ο Παναγιώτης Γεωργιάδης μαζί με τον Αλέκο Κωνσταντίνου ξεκίνησαν από τα Λειβάδια με εντολή του τομεάρχη Σπηλιών Χριστάκη-Τρυφωνίδη για το χωριό Κούρδαλι για να κατασκευάσουν κρησφύγετο στο σπίτι του Πατσαλίδη. Μετέφεραν μαζί τους δύο βόμβες των επτά κιλών για ανατίναξη του δασικού σταθμού Πλατανιών, δύο μπαταρίες, σύρματα και μια συσκευή για "νάρκη πιέσεως" για να τα παραδώσουν στον Κώστα Αναξαγόρα.

Την ίδια μέρα σκοτώνονται στο χωριό Κούρδαλι, μαζί με τους συναγωνιστές του Ανδρέα Πατσαλίδη, Αλέκο Κωνσταντίνου και Κώστα Αναξαγόρου, από έκρηξη βόμβας επιτόπιας κατασκευής.


Αλέκος Κωνσταντίνου

Γεννήθηκε στην Κακοπετριά, της επαρχίας Λευκωσίας, στις 6 Οκτωβρίου 1936 και έζησε στην Αμμόχωστο. Γονείς του ήταν ο Κώστας και Ελπινίκη Κωνσταντίνου..

Ο Αλέκος Κωνσταντίνου φοίτησε σε δημοτικό σχολείο της Αμμοχώστου, στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου και στο Εμπορικό Λύκειο Αμμοχώστου μέχρι την πέμπτη τάξη. Παρακολουθούσε ταυτόχρονα μαθήματα αγγλικής γλώσσας σε ινστιτούτο, πρώτευσε στις εξετάσεις και κατόρθωσε να προσληφθεί στον αγγλικό στρατό, εξασφαλίζοντας μια πολύ καλή θέση. Ήταν μοναχοπαίδι και έτρεφε υπερβολική αγάπη προς τη μητέρα του. Ο πατέρας του τους είχε εγκαταλείψει, όταν ο Αλέκος ήταν βρέφος.

Με την έναρξη του αγώνα εντάχθηκε σε ομάδα του εκτελεστικού της Αμμοχώστου. Στο σπίτι του γίνονταν οι συγκεντρώσεις της ομάδας και εκεί, με τη βοήθεια της μητέρας του, η ομάδα του έκρυβε και τον οπλισμό της. Λόγω της θέσης που είχε στο στρατό, ο Αλέκος έκανε παρέες με Άγγλους στρατιώτες, τους φίλευε στο σπίτι του και έτσι δεν κινούσε την υποψία ότι ήταν μέλος της ΕΟΚΑ. Στις 14 Απριλίου 1958, μαζί με συναγωνιστή του, είχαν το θάρρος να εμφανιστούν μπροστά στον σκληρό Άγγλο ανακριτή Ντίαρ και να τον πυροβολήσουν θανάσιμα, κοντά στον κινηματογράφο Ηραίο. Ο Ντίαρ βασάνιζε ανελέητα τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ και προκαλούσε, ύστερα από επανειλημμένες απόπειρες εναντίον του, πως κανένας δεν μπορούσε να σταθεί μπροστά του και να τον πυροβολήσει. Του είχαν στήσει καρτέρι δίπλα από το Ηραίο. Οι συνοδοί του Ντίαρ, δυο στρατιώτες της στρατιωτικής αστυνομίας, καταδίωξαν τους δυο αγωνιστές, οι οποίοι κατόρθωσαν να διαφύγουν μπαίνοντας στο Ηραίο. Στη συνέχεια κατέφυγαν στο αντάρτικο, επειδή ο Ντίαρ πρόλαβε να δώσει περιγραφή τους προτού πεθάνει.

Στις 20 Ιουνίου 1958, σκοτώθηκε στο χωριό Κούρδαλι, μαζί με τους συναγωνιστές του Ανδρέα Πατσαλίδη, Κώστα Αναξαγόρου και Παναγιώτη Γεωργιάδη, από έκρηξη βόμβας επιτόπιας κατασκευής.


Ανδρέας Πατσαλίδης
Γεννήθηκε στο χωριό Καννάβια, της επαρχίας Λευκωσίας, στις 14 Αυγούστου 1930. Σύζυγος του ήταν η Ειρήνη Πατσαλίδου και έιχε 2 παιδιά τη Μαρία και τον Ανδρέα. Γονείς του Ανδρέα ο Αλέξανδρος Πατσαλίδης και η Μαρία Αλεξάνδρου και αδέλφια του ο Χαράλαμπος, ο Λάμπρος και η Στέλλα.

Ο Ανδρέας Πατσαλίδης τελείωσε το δημοτικό σχολείο Κανναβιών και εργαζόταν αρχικά στον Αμίαντο, όπου έδρασε ως ένα από τα ιδρυτικά στελέχη της τοπικής Νέας Συντεχνίας, και αργότερα στο δασικό σταθμό Πλατανιών.

Υπήρξε από τους πρώτους μαχητές της ΕΟΚΑ και έλαβε μέρος στην επιχείρηση «Προς τη Νίκη» στις 23 Νοεμβρίου 1955 με την ομάδα του ήρωα Χρίστου Τσιάρτα, στην ενέδρα στο δρόμο Κακοπετριάς – Σπηλιών. Συνεργαζόταν με τους τοπικούς υπεύθυνους της Οργάνωσης των γύρω χωριών και με τις ανταρτικές ομάδες της περιοχής του. Πήρε μέρος, μαζί με τον ήρωα Κώστα Αναξαγόρα και άλλους συναγωνιστές του, στην αφαίρεση ασυρμάτων από το δασικό σταθμό Πλατανιών και στην επίθεση εναντίον του σταθμού αυτού.

Μαζί με τη σύζυγό του απέκρυπτε οπλισμό και πολεμοφόδια και φιλοξενούσε αντάρτες. Το σπίτι του χρησιμοποιούταν ως κέντρο διανομής πολεμοφοδίων, τα οποία διοχέτευε στους τομείς Πιτσιλιάς, Τροόδους και Μαραθάσας. Για περισσότερη ασφάλεια των ανταρτών που φιλοξενούσε, δοκίμασε να σκάψει στο σπίτι του κρησφύγετο, αλλά δεν μπόρεσε, επειδή η γη ήταν πολύ σκληρή.

Η ομάδα των ανταρτών που πήγε εκεί, στις 20 Ιουνίου, είχε ως μια από τις αποστολές της τη διερεύνηση τρόπου κατασκευής κρησφύγετου. Άλλη αποστολή της ήταν η ανατίναξη γέφυρας με νάρκη.

Στις 20 Ιουνίου 1958, σκοτώθηκε στο χωριό Κούρδαλι, μαζί με τους συναγωνιστές του Κώστα Αναξαγόρου, Αλέκο Κωνσταντίνου και Παναγιώτη Γεωργιάδη, από έκρηξη βόμβας επιτόπιας κατασκευής ενώ ετοιμάζονταν για την αποστολή αυτή στο σπίτι του Ανδρέα Πατσαλίδη στο Κούρδαλι και τους σκότωσε όλους, καταστρέφοντας και το σπίτι. Ως εκ θαύματος γλίτωσε η σύζυγος του Ανδρέα Πατσαλίδη, Ειρήνη, που ήταν στον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης της, και η κόρη τους Μαρία, που ήταν μόλις δεκαέξι μηνών.

«Κρατούσα το παιδί στην αγκαλιά μου», αφηγείται η ίδια, «και περίμενα να σταματήσουν να πέφτουν τα κεραμίδια μπροστά μου, για να απομακρυνθώ. Πρώτος, πριν από τον αγγλικό στρατό, κατέφθασε ο αδελφός μου Κυριάκος και αργότερα ο λοχίας Αμιάντου Δήμος Βοσκαρίδης, συνεργάτης του συζύγου μου, ο οποίος μάζεψε και εξαφάνισε τα όπλα τους με τη βοήθεια της αδελφής μου Μαρικούς και έτσι γλιτώσαμε τουλάχιστον τον οπλισμό».

ΑΘΑΝΑΤΟΙ