Skip to main content

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ: Mακεδονικός Αγώνας και Εξέχουσες προσωπικότητες

Ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε ένας κρίκος στην αλυσίδα των εξεγέρσεων για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Αποτελεί μια από τις πιο ένδοξες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γραμμένη με μαρτύρων αίμα, ηρωισμούς και ολοκαυτώμαατα. Οι πρωταγωνιστές του προέρχονταν από ολόκληρο τον Ελληνισμό. Ωστόσο, το κύριο βάρος του Αγώνα το σήκωσε ο γηγενής πληθυσμός της Μακεδονίας, ο οποίος όχι μόνο αγωνίστηκε αβοήθητος για τριάντα περίπου χρόνια να διαφυλάξει την ελληνικότητά του από τις διάφορες εχθρικές προπαγάνδες, αλλά και συμπαραστάθηκε με θέρμη και αποτελεσματικότητα τους Μακεδονομάχους που έσπευσαν από κάθε γωνιά της ελληνικής πατρίδας στη Μακεδονία για να πάρουν μέρος στην ένοπλη φάση του Αγώνα, στα χρόνια 1904-1908.




Η Μακεδονία όπως και η λοιπή Ελλάδα, γέφυρα ανάμεσα σε δύο ηπείρους και σε δύο θάλασσες, με τεράστια στρατηγική και πολιτική σημασία, όταν πια άρχισε να κλονίζεται η κυριαρχία της Τουρκίας στη Βαλκανική, έγινε το μήλος της έριδος των Μεγάλων Δυνάμεων. Ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον έδειχνε η Ρωσία, η οποία αισθανόταν ζωτική την ανάγκη να βγει στη Μεσόγειο. Έτσι, από την εποχή της Αικατερίνης της Μεγάλης ακόμα, εξεγείροντας διαρκώς τους ομόδοξους Έλληνες επεδίωκε να τους θέσει υπό την κηδεμονία της, για να γίνει με αυτόν τον τρόπο ο φυσικός κληρονόμος του Βυζαντίου στα Βαλκάνια και τη Μ. Ασία.

Όμως μετά το 1856 η Ελλάδα ξέφυγε από τη σφαίρα επιρροής της. Από τότε η Ρωσία εστίασε τις προσπάθειές της στην εθνική αφύπνιση του σλαβικού στοιχείο της Βαλκανικής, με το οποίο εκτός από το ομόδοξο, τη συνέδεε και το όμαιμον. Μετά την κρατική αποκατάσταση των Σέρβων, η ρωσική εξωτερική πολιτική επικεντρώθηκε σταδιακά στην ενίσχυση της βουλγαρικής συνείδησης, στην αυτονομία της βουλγαρικής εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και στη δημιουργία του βουλγαρικού κράτους. Χωρίς αμφοβολία, σημαντικότερο γεγονός στάθηκε το Σχίσμα της βουλγαρικής εκκλησίας το 1872, η οποία ονομάσθηκε πια Εξάρχια και αποδεσμεύθηκε, όχι μόνο από τη θρησκευτική δικαιοδοσία, αλλά –το σημαντικότερο- και από την πολιτική εποπτεία του Πατριαρχείου.

Ο τυπικός εκείνος εκκλησιαστικός διαχωρισμός των χριστιανικών πληθυσμών σε Πατριαρχικούς και Εξαρχικούς πήρε ουσιαστικά τη μορφή εθνικής ανταπαράθεσης Ελλήνων και Βουλγάρων και αποτέλεσε την απαρχή του Μακεδονικού Αγώνα.

Στο μεταξύ, στην από τα πανάρχαια χρόνια ελληνική Μακεδονία, οι υπόδουλοι Έλληνες δεν είχαν πάψει να εκδηλώνουν την απόφασή τους να συμμεριστούν τη μοίρα του υπόλοιπου Ελληνισμού. Αυτό έδειξαν άλλωστε και οι αγώνες και οι θυσίες τους κατά την επανάσταση της Χαλκιδικής, το 1821, με τον Εμμανουήλ Παπά, και της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας, το 1822, με τον Καρατάσο, το Γάτσο, το Ζαφειράκη και τον Διαμαντή. Το ίδιο συνέβη και με τις απελευθερωτικές προσπάθεις στη Μακεδονία κατά τον 19ο αιώνα, όπως π.χ. η επαναστατική κίνηση στη Χαλκιδική το 1854 και στην περιοχή του Ολύμπου το 1878. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες αυτές, η Μακεδονία παρέμεινε υπόδουλη.

Αλλά η δημιουργία της βουλγαρικής Εξαρχίας αποτέλεσε τη βάση για την προβολή των βουλγαρικών διεκδικήσεων και στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, διεκδικήσεων που οξύνθηκαν κυρίως μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Ηγεμονίας, το 1878. Η βουλγαρική προπαγάνδα από εξαρχικούς δασκάλους και ιερείς στα μακεδονικά χωριά τυπικά αποσκοπούσε στον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Ουσιαστική όμως απέβλεπε στην ισχυροποίηση των βουλγαρικών θέσεων στην Μακεδονία. Γιατί τα χρόνια εκείνα οι διακρίσεις των πληθυσμών στη νευραλγική αυτή περιοχή των Βαλκανίων δεν γινόταν με βάση την εθνική τους ταυτότητα, αλλά τη θρησκευτική τους επιλογή. Εξαρχικός ή Σχισματικός σήμαινε αντίστοιχα Βούλγαρος και Πατριαρχικός ή Ορθόδοξος Έλληνας.

Για πάνω από τριάντα χρόνια ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός της Μακεδονίας, μόνος και αβοήθητος, με μοναδικά όπλα το σχολείο και την εκκλησία (τα οποία ο ίδιος συντηρούσε), πάλεψε για να μην αποκοπεί από τις ρίζες του, την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό. Οιερέας και ο δάσκαλος αναδείχθηκαν στα χρόνια εκείνα τα ισχυρότερα στηρίγματα του χειμαζόμενου Γένους, περιορίζοντας στο ελάχιστο τα αποτελέσματα της βουλγαρικής προσπαγάνδας. Οι Μακεδόνεςε, ελληνόφωνοι και σλαβόφωνοι, έμειναν με πείσμα προσκολλημένοι στο Πατριαρχείο, διατηρώντας γρηγορούσα την ελληνική τους εθνική συνείδηση. Γι’ αυτό και οι σλαβόφωνοι εξαιτίας της φανατικής τους προσήλωσης στην ελληνική ιδέα ονομάστηκαν από τους αντίπαλους Γραικομάνοι, δηλαδή μανιακοί Έλληνες.

Και όταν οι Βούλγαροι διαπίστωσαν, ότι δεν μπορούσαν να επιβληθούν με ειρηνικά μέσα, σταδιακά, από το 1895 και εξής, πέρασαν στη βία των όπλων. Η στροφή αυτή έγινε κάτω από το αδιάφορο βλέμμα των Οθωμανών, που εφάρμοζαν την πολτική του “διαίρει και βασίλευε”. Τέλος, τον Ιούλιο του 1903, στην περιοχή της βορειδυτικής Μακεδονίας, κήρυξαν την εξέγερση του ίλιντεν, για να προβάλουν δήθεν το Μακεδονικό Ζήτημα στην Ευρώπη, αλλά με απώτερο σκοπό να ενσωματώσουν τη Μακεδονία στο βουλγαρικό κράτος, με την ίδια μέθοδο που είχαν προσαρτήσει, λίγα χρόνια πρωτύτερα (1885) την Ανατολική Ρωμυλία. Επιλεγμένοι τους στόχοι υπήρξαν τα ελληνική βλαχοχώρια Κλείσουρα, Κρούσοβο και Νυμφαίο, τα οποία, αν καταλαμβάνονταν θα παρέλευε –πίστευαν οι Βούλγαροι- κάθε μορφής αντίσταση. Αλλά οι Τούρκοι σύντομα πέρασαν στην αντεπίθεση και έτσι η επανάσταση του Ίλιντεν έσβησε σαν πυροτέχνημα. Τραγικά θύματά της, ωστόσο, υπήρξαν κυρίως οι Έλληνες, που σφυροκοπήθηκαν άγρια και από τους Βούλγαρους και από τους Τούρκους.

Όμως, παρά την αποτυχία της ψευδοεπανάστασης του Ίλιντεν, η Μακεδονία είχε κατακλυστεί από βουλγαρικά σώματα. Ο Ελληνισμός μάτωνε. Και τότε το θαύμα έγινε. Από τα σπλάγχνα του μαρτυρικού λαού της Δυτικής Μακεδονίας, που του είχαν σωθεί όλα τα αποθέματα καρτερίας, ξεπήδησε η αντιστασιακή φλόγα. Πρωτοπόροι στον Αγώνα στάθηκαν ο Ίων Δραγούμης, γραμματέας του ελληνικού Προξενείου στο Μοναστήρι, και ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης. Από το 1902 ο Δραγούμης, κηρύσσοντας αληθινή εθνική σταυροφορία στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, κατηχούσε, εμψύχωνε, όριζε διοικητικές επιτροπές σε πόλεις και χωριά και οργάνωσε τη “Μακεδονική ΛΑμυνα” στην περιοχή Μοναστηρίου. Ο Καραβαγγέλης από τη δική του πλευρά συγκρότησε τα πρώτα αντάρτικα σώματα Δυτικομακεδόνων ενόπλων, με αρχηγούς τον Κώττα από τη Ρούλια και το Βαγγέλη Στρεμπενιώτη.

Αλλά και η κοιμισμένη ως τότε Αθήνα αφυπνίστηκε. Την άνοιξη του 1904 στάλθηκαν μυστικά στη Μακεδονία τέσσερις παράξενοι ζωέμποροι. Στην πραγματικότητα ήταν αξιωματικοί του ελληνικού στρατού. Ανάμεσά τους και ο Παύλος Μελάς, με το ψευδώνυμο Πέτρος Δέδες. Ο Μελάς ξαναγύρισε στη Μακεδονία τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου με δικό του αντάρτικο σώμα, ως καπετάν Μίκης Ζέζας, σύνθεση των ονομάτων των δύο παιδιών του. Οι Μακεδόνες τον δέχθηκαν σαν ελευθερωτή. Ο λαός σιγά – σιγά αναθάρρησε. Και όταν στις 13 Οκτωβρίου του 1904 το βόλι τον έρριξε νεκρό στη Στάτιστα, έγινε εθνικό σύμβολο και πέρασε σαν ήρωας στην αιωνιότητα. Γιατί ο θάνατός του, αντί να αποθαρρύνει, θέριεψε τον Αγώνα. Τότε, από κάθε μεριά της ελληνικής γης, από τη Βόρειο Ήπειρο ως την Κρήτη και την Κκύπρο, άρχισαν να καταφθάνουν γενναίοι Μακεδονομάχοι, που αποθανατίστηκαν με τα θρυλικά πλέον ψευδώνυμά τους: Bάρδας, Ακρίτας, Μπούας, Κόρακας, Νικηφόρος, Ρούβας και άλλοι. Οι Μακεδόνες καπετάνιοι –Νταλίπης, Πύρζας, Μητρούσης, Γιαγκλής, Κύρου, Στέφος, Ράμναλης- τους δέχθηκαν με ενθουσιασμός και συνεργάστηκαν στενά μαζί τους.

Παράλληλα στην Αθήνα το Μακεδονικό Κομιτάτο, στελεχωμένο από άνδρες όπως ο Στέφανος Δραγούμης, ο Δημήτριος Καλαποθάκης και ο Νικόλαος Πολίτης προσπάθησε να διαφωτίσει την ελληνική και την ευρωπαική κοινή γνώμη για όσα συνέβαιναν στην Μακεδονία και για τους κινδύνους του Ελληνισμού. Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Κεντρικός Μακεδονικός Σύλλογος τωνν αδελφών Θεοχάρη και Μαυρούδη Γερογιάννη, καθώς επίσης και άλλοι ανάλογοι σύλλογοι και σωματεία.Καθοριστική υπήρξε η συμβολή στον Αγώνα και των αμάζων Μακεδόνων όλων των ηλικιών, των φύλων και των κοινωνικών τάξεων. Χωρικές ζύμωναν το ψωμί των Μακεδονομάχων, έπλεναν τα ρούχα ους και έδεναν τις πληγές τους. Στις πόλεις επιτροπές κυριών, οργανωμένες σε φιλόπτωζα σωματεία συγκέντρωναν εφόδια. Απλοί χωρικοί μετέφεραν κρυφά οπλισμό και πληροφορίες. Γιατροί, σιδηροδρομικοί, έμποροι, εργοστασιάρχες, εργάτες, ο καθένας από την έπαλξή του, βοήθησαν με όλες τους τις δυνάμεις τον Αγώνα. Και φυσικά, ιδιαίτερα συμαντική υπήρξε η παρουσία των ιερέων, των δασκάλων και των διδασκαλισσών, γι’ αυτό και βρίσκονταν αδιάκοπα στο στόχαστρο του εχθρού.

Τέσσερα χρόνια κράτησε ο ένοπλος Μακεδονικός αγώνας. Έγιναν πολλές αιματηρές συγκρούσεις και αναρίθμητοι υπήρξαν οι μάρτυρες και οι ήρωες. Τελικά, το 1908, η επανάσταση των Νεοτούρκων, παράλληλα με την παραχώρηση συντάγματος, έδωσε αμνηστεία στους εμπόλεμους και υποσχέθηκε ισονομία και ισοπολιτεία σε όλες τις εθνότητες του Οθωμανικού Κράτους. Έτσι, οι μέχρι χθες αντίπαλοι, έδωσαν τα χέρια, ελπίζοντας πιά σε ειρηνικές και ήρεμες μέρες.

Όμως οι Νεότουρκοι, ακολούθησαν σκληρή εθνικιστική πολτική, που τελικά οδήγησε στη σύναψη συμμαχίας ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς των Ελλήνων, Σέρβων, Βουλγάρων και Μαυροβουνίων, οι οποίοι, τον Οκτώβριο του 1912, κήρυξαν επιτέλους τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας.

Οι παλιοί Μακεδονομάχοι οργανωμένοι σε σώματα προσκόπων άνοιξαν το δρόμο στον ελληνικό στρατό, ο οποίος με επικεφαλής, το διάδοχο τότε Κωνσταντίνο ελευθέρωνε τη μια μετά την άλλη τις πόλεις της Μακεδονίας. Στις 26 Οκτωβρίου οι ελληνικές εμπροσθοδυλακές έμπαιναν θριαμβευτικά στη Θεσσαλονίκη.

Η συμμαχία όμως των βαλκανικών λαών δεν ήταν ιδιαίτερα ανθεκτική, καθώς εκ προοιμίου υπονομεύονταν από μίση αιώνων. Έγιναν αρκετά μεθοριακά επεισόδια και Έλληνες και Σέρβοι, βρέθηκαν ξανά αντιμέτωποι με τους Βούλγαρους. Ο ελληνικός στρατός μετά από αιματηρές και νικηφόρες μάχες στη γραμμή Κιλκίς – Λαχανά ελευθέρωσε την ανατολική Μακεδονία, το καλοκαίρι του 1913. Και προχώρησε βαθιά μέσα στο έδαφος της σημερινής Βουλγαρίας. Τελικά, η ειρήνη αποκαταστήθηκε με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου με την οποία επιδικάστηκε στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος της ιστορικής Μακεδονίας, ενώ οι βόρειες περιοχές της μοιράστηκαν ανάμεσα στη Σερβία και τη Βουλγαρία.

Τυπικά, ο Μακεδονικός Αγώνας είχε τερματιστεί και το Μακεδονικό Ζήτημα φάνηκε πως επιτέλους είχε κλείσει. Η ψυχρότητα με τη Βουλγαρία διατηρήθηκε βέβαια αρκετά χρόνια, αλλά έγιναν πολλές προσπάθειες για την προσέγγιση και την ειρηνική συνεργασία των δύο κρατών.

Όμως το Μακεδονικό Ζήτημα αναζωπυρώθηκε και πάλι μετά την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της λεγόμενης Μακεδονίας. Το κρατικό αυτό μόρφωμα, μέλος της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και σημιούργημα του Τίτο, άρχισε να εμφανίζεται από το 1944 ως κληρονόμος των ιστορικών παραδόσεων, ελληνικών, σερβικών και βουλγαρικών, ολόκληρου του μακεδονικού γεωγραφικού χώρου. Στο διάστημα που μεσολάβησε ως τις μέρες μας, τα γεγονότα διαστρεβλώθηκαν κατάλληλα, ώστε να εμφανίζεται σήμερα ένα ξεχωριστό “Μακεδονικό” Έθνος, με ιστορία αιώνων. Κατά τη διαδικασία αυτή κεφάλαια της ελληνική, της σερβικής και βουλγαρικής ιστορίας (αρχαίας, μεσαιωνικής και νεότερης) πλαστογραφήθηκαν, παραποιήθηκαν και αναβαπτίσθηκαν “μακεδονικά”. Το τοπικό σλαβικό ιδίωμα, διάλεκτος της βουλγαρικής γλώσσας, ανασυντάχθηκε και ονομ΄σατηκε “μακεδονική γλώσσα”. Το σημαντικότερο όμως δημιούργημα των Σκοπίων ήταν η αριστοτεχνική προπαγανδιστική εκστρατεία, την οποία εξαπέλυσαν διεθνώς για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Βέβαια, η επιχειρηματολογία τους βρίσκει έδαφος μόνον εκεί, όπου επικρατεί η ιστορική άγνοια. Γιατίμ, για όσους έστω και στοιχειωδώς γνωρίζουν τα γεγονότα είναι ξεκαθαρισμένο, ότι η ιστορία της Μακεδονίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής ιστορίας. Ο Μέγας Αλέξανδρος διέδωσε στα π΄ρατα του κόσμου την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, γιατί ήταν Έλληνας. Τα αρχαία μάρματα, που αποκλαύπτει η προγονική γη των Μακεδόνων, με τις ελληνικές επιγραφές και ονόματα, είναι οι αδιάψευστοι φθεγγόμενοι μάρτυρες της ελληνικότητας της Μακεδονίας. Οι βυζαντινές εκκλησίες, με τις ελληνικές επιγραφές, διάσπαρτες σε ολόκληρη τη νότια βαλκανική, υπενθυμίζουν το ελληνορθόδοξο ιστορικό της παρελθόν. Αλλά και στα νεότερα χρόνια, ένα μεγάλο τμήμα των σλαβόφωνων Μακεδόνων, όπως άλλωστε και άλλων δίγλωσσαν Μακεδόνων, αποδείχθηκε στην πορεία των γεγονότων του 20ου αιώνα φανατικά ελληνικό.

Άλλωστε, όταν στα 1912 τα εθνικιστικά προβλήματα στα Βαλκάνια βρίσκονταν σε έξαρση και οι λαοί συμμαχούσαν για να ποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό, το λεγόμενο “Μακεδονικό Έθνος” ήταν ανύπαρκτο (την εποχή εκείνη δεν είχε ακόμη χαλκευθεί από τους πλαστογράφους της ιστορίας). Γι’ αυτό και καμιά ιστορική μαρτυρία γι’ αυτό και δεν χρονολογείται πριν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Η μελέτη και η βαθειά γνώση της ιστορίας λοιπόν, η επαγρύπνηση και η εγκατάλειψη του εφησυχασμού, αποτελούν σήμερα ασπίδα και δόρυ, τα πιο αποτελεσματικά όπλα, για την αντιμετώπιση κάθε επιβουλής εναντίον της Μακεδονίας.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ:
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΤΡΕΜΠΕΝΙΩΤΗΣ (1876 – 1904)






Γεννήθηκε στο Στρέμπενο, τα σημερινά Ασπρώγεια της Φλώρινας, και το πραγματικό του όνομα ήταν Βαγγέλης Γεωργίου ή Νάτσης. Με τη βοήθεια του Γερμανού Καραβαγγέλη σχημάτισε σώμα από ντόπιους αντάρτες και δέκα Κρητικούς, εξόντωσε τον βοεβόδα Κύρτσεφ και ολόκληρη την “τσέτα” του βοεβόδα Αλέξη, ενώ στην Κλεισούρα προξένησε μεγάλες απώλειες στους κομιτάτζηδες της λεγόμενης επανάστασης του Ίλιντεν.Δολοφονήθηκε στις 12 Μαίου του 1904, σε ενέδρα στον Αετό, καθώς επέστρεψε από το Μοναστήρι.
ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1870 – 1904)






Γεννήθηκε στη Μασσαλία από γονείς ηπειρωτικής καταγωγής. Αξιωματικός του πυροβολικού και γαμπρός επ’ αδελφή του Ίωαν Δραγούμη, συμμετείχε στον πόλεμο του 1897 και μπήκε μυστικά για πρώτη φορά στη Μακεδονία τον Φεβρουάριο του 1904, μαζί με τον Κοντούλη, τον Παπούλα και τον Κολοκοτρώνη. Για δεύτερη φορά επέστρεψε τον Ιούλιο, ως δήθεν ζωέμπορος Πέτρος Δέδες και για Τρίτη και τελευταία φορά πέρασε τα σύνορα από τη μεριά της Κοζάνης στις 28 Αυγούστου του 1904 με σώμα 35 ανδρών ως καπετάν Μίκης Ζέζας, σύνθεση των ονομάτων των παιδιών του.Ο θάνατός του από τουρικό βόλη στη Στάτιστα Καστοριάς – το σημερινό Μελά – στι; 13 Οκτωβρίου του 1904 τον έκανε ήρωα και σύμβολο του Μακεδωνικού Αγώνα.
ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (1878 – 1920)






Ξεχωριστή μορφή του Μακεδονικού Αγώνα. Καταγόμενος από το Βογατσικό της Καστοριάς, γιος του Στεφάνου Δραγούμη γεννήθηκε στην Αθήνα όπου σπούδασε νομικά και το 1899 μπήκε στο διπλωματικό σώμα. Το 1902, ως Γενικός Γραμματέας, του ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου, οργάνωσε την “ Εθνική Άμυνα” και αλυσίδα επιτροπών σε πόλεις και χωριά της Δυτικής Μακεδονίας. Εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους, ύψωσε την ελληνική σημαία στο προξενείο Θεσσαλονίκης την 26η Οκτωβρίου του 1912.Θύμα των πολιτικών παθών κατά τον εθνικό διχασμό, δολοφονήθηκε στην Αθήνα, τον Αύγουστο του 1920. Αξιόλογο υπήρξε και το συγγραφικό του έργο.
ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΑΓΓΕΛΗΣ (1866 – 1935)






Γεννήθηκε στη Λέσβο και ήταν διδάκτωρ της Φιλοσοφίας. Το 1900 ανέλαβε την ποιματορία της Μητρόπολης Καστοριάς όπου και διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στον Μακεδονικό Αγώνα. Οργάνωσε αντάρτικα σώματα με ντόπιους οπλαρχηγούς (Στρεμπενιώτη, Κώττα, Νταλίπη κ.τ.λ.), επιτροπές αγώνος σε πόλεις και χωριά και πειέθαλψε πυροπαθείς, πρόσφυγες και ορφανά κατά τα γεγονότα του Ίλιντεν. Το 1907 συνέχισε την εθνική του προσφορά στη Μ.Ασία. Το 1913 έγινε τοποτηρητής του Πατριαρχείου και το 1924 Έξαρχος στη Βιέννη, όπου και πέθανε το 1935. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Καστοριά.

*Φυλλάδιο από το Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα (Σωματείο "Οι φίλοι του Μουσείου του Μακεδονικού Αγώνα),Προξένου Κορομηλά 23546 22 Θεσσαλονίκη